routing | |
comm. | οδός διαβίβασης; δρομολόγηση κίνησης |
industr. constr. | βαθεία άροσις |
micr. | δρομολόγηση |
sciences. sciences. | υπολογισμός διαδόσεως πλημμυρικού κύματος |
transp. | ανεύρεση διαδρομής; γραμμή δρομολόγησης; γραμμή παροχέτευσης |
AND | |
micr. | λογικό ΚΑΙ |
routing and : 3 phrases, 3 sujets |
Communications | 1 |
Échange international | 1 |
Transport | 1 |