DictionnaireLe forumContacts

Google | Forvo | +
phrases

allocation

['ælə'keɪʃ(ə)n] n
génér. εκχώρηση f; καταμερισμός m
assur., relations. αποζημίωση f; επίδομα n; επιχορήγηση f
comm. κατανομή συχνοτήτων; καταχώριση συχνοτήτων
compt. καταλογισμός m; προσδιορισμός m
financ., écon. ανώτατο όριο εγγραφής
flux. διάταξη f; παρεγχώρηση f
industr.énerg., électr. κατανομή δυναμικότητας
transp. χορήγηση δικαιώματος χρήσης
écon., envir. κατανομή/διανομή/εκχώρηση/καταλογισμός/επίδομα f
allocation The assignment or allotment of resources to various uses in accord with a stated goal or policy ['ælə'keɪʃ(ə)n] n
envir. κατανομή f; διανομή f; εκχώρηση f; επίδομα n; καταλογισμός m
 Anglais glossaire
allocation ['ælə'keɪʃ(ə)n] n
états. Distribution of limited forces and resources for employment among competing requirements. voir également apportionment JP 5-0
allocation
: 268 phrases, 25 sujets
Agriculture5
Assurance2
Commerce1
Commercialisation30
Communications49
Comptabilité3
Construction3
Démographie1
Échange international1
Écologie2
Économie16
Électronique5
Environnement4
Finances44
Flux de travail1
Général26
Industrie de l'énergie2
Informatique21
Loi7
Microsoft8
Politique2
Science des matériaux2
Science sociale2
Statistiques8
Transport23

Ajouter | Signaler une erreur | Obtenir une URL courte