DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
to phrases
  adapter abbr.
gen. σύνδεσμος προσαρμογής,προσαρμογέας
chem. κανάλι τροφοδοσίας
el. προσαρμογέας; συμπι-αποσυμπιεστές; προσαρμογέας συνδετήρα
IT, dat.proc. διάταξη προσαρμογής μηχανήματος; προσαρμογέας μηχανήματος
life.sc., construct. σύνδεσμος προσαρμογής
adapter: 9 phrases in 2 subjects
European Union8
Microsoft1