DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
to phrases
  ackumulator form.
environ. συσσωρευτής; αποταμιευτής; συσσωρευτής/αποταμιευτής
forestr. δοχείο πιέσεως; δοχείο αδρανείας
industr. θάλαμος μεταβίβασης; θάλαμος μεταφοράς; θάλαμος συμπίεσης
mater.sc., energ.ind., el. δευτερογενές στοιχείο
met. εφεδρικό δοχείο αποθήκευσης
ackumulator: 20 phrases in 1 subject
European Union20