DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
  accelerationsavkännare form.
gen. μετρητής επιτάχυνσης
IT, nat.sc., transp. αισθητήρας επιτάχυνσης; ενδείκτης επιτάχυνσης; επιταχυμετρητής, επιταχύμετρο; επιταχυνσιόμετρο