DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
to phrases
  absolut majoritet
gen. με απόλυτη πλειοψηφία
econ. απόλυτη πλειοψηφία
law, market. απόλυτη πλειοψηφία δύο τρίτων
absolut majoritet: 5 phrases in 1 subject
European Union5