DictionaryForumContacts

   Swedish +
Google | Forvo | +

absolut filtreringsgrad

chem. απόλυτη επιφανειακή συγκράτηση
earth.sc., mech.eng. μέγιστη διάμετρος διερχόμενου σωματιδίου; απόλυτη ικανότητα διηθήσεως; βαθμός διηθήσεως