DictionaryForumContacts

   Swedish +
Google | Forvo | +

abonnerad maximieffekt

mater.sc., el. εγκεκριμένη μέγιστη ζήτηση; εξουσιοδοτημένη μεγίστη ζήτηση; επιτρεπόμενη μέγιστη ισχύς; ισχύς η οποία τίθεται στη διάθεση