Sign in
|
English
|
Terms of Use
Dictionary
Forum
Contacts
G
o
o
g
l
e
|
Forvo
|
+
to phrases
abonnentnummer
n -numret; pl. ~, best. pl. -numren
commun.
τιμή του συνδρομητικού αριθμού
;
διεύθυνση κλήσης
law, commun.
αριθμός συνδρομητή
;
συνδρομητικός αριθμός
abonnentnummer
:
3 phrases
in 1 subject
Communications
3
Add
|
Report an error
|
Get short URL
|
Language Selection Tips