DictionaryForumContacts

   Swedish +
Google | Forvo | +
to phrases

abonnentledning

n
commun. γραμμή κέντρου πόλεως; γραμμή συνδρομητή; συνδρομητική γραμμή; συνδρομιτική τηλεφωνική γραμμή; συνδρομιτικός βρόχος; τηλεφωνική γραμμή
commun., IT ατομική γραμμή; συνδρομητική τηλεφωνική γραμμή
el. συνδρομητική γραμμή σύνδεσης
abonnentledning
: 6 phrases in 1 subject
Communications6