DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
to phrases
  förstärkning n
gen. ισχυροποίηση
agric. εντατικοποίησις; οργανωτική εξέλιξις; Πρώτη ενίσχυση
construct. οπλισμός
el. κέρδος; συντελεστής ενίσχυσης
hobby, agric. εμπλουτισμός οίνου; αλκοόλωση
IT, el. απολαβή
stat., demogr., el. απολαβή μετάδοσης
transp., construct. ενίσχυση
  1:1-förstärkning n
tech., el. μοναδιαίο κέρδος
forstarkning: 70 phrases in 3 subjects
Environment1
European Union68
Microsoft1