DictionaryForumContacts

   Swedish
Google | Forvo | +
to phrases
  nippel form.
chem. μαστός σωλήνα
forestr. θηλή; μαστός
  -nippel form.
forestr. υδραυλικός σύνδεσμος ελαστικού σωλήνα
nippel: 1 phrase in 1 subject
European Union1