DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
adjective | adverb | to phrases

поздний

adj.
stresses
gen. καθυστερημένη; καθυστερημένο; καθυστερημένος; ὀψιγενής; ὄψιμος; ὄψιος; στερνός; στερινός; ὑστερνός; ὑστερινός; ὔστερος
поздно adv.
gen. αργά; ἀργά; ἐξώρας; παράωρα; πάρωρα
слишком поздно adv.
gen. κατόπιν ἕορτη̃ς; ξώρας
поздно
: 40 phrases in 4 subjects
Agriculture1
General37
Microsoft1
Proverb1