DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +

вкратце

adv.
stresses
gen. βραχέως; διά βραχέων; δι' ὀλίγων; ἐν περιλήψει; ἐν συντομία; κατ' ἐπιτομήν; ἐν ἐπιτομη̃; μέ λίγα λόγια; έν λίγοις; έν ὀλίγοις; δι' λίγων; περιληπτικά; ἐν σύντόμω
скажем вкратце adv.
gen. θά τά που̃με ἔνα χεράκι