DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +

в нескольких словах

stresses
gen. δι' ὀλίγων; δι' λίγων; διά βραχέων; μέ λίγες λέξεις; μέ λίγα λόγια; έν λίγοις; έν ὀλίγοις
скажем в нескольких словах
gen. θά τά που̃με ἔνα χεράκι