DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
adjective | adverb | to phrases

достаточный

adj.
stresses
gen. αρκετή; αρκετό; αρκετός; επαρκής; ἀρκετός; ἐπαρκής; ἱκανοποιητικός; ἱκανός; κάμποσος
obs. ἀποχρω̃ν
достаточно adv.
gen. αρκετά; επαρκώς; ἀρκεί; ἀρκετά; ἀρκούντως; σώνω; φθάνω; φτάνω
достаточно! adv.
gen. νισάφι πια!
с меня достаточно! adv.
gen. σώνει, δέν θέλω α̃λλο!
достаточно
: 36 phrases in 3 subjects
Environment1
General34
Statistics1