DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
verb | verb | to phrases

устраиваться

v
stresses
gen. ἀράζω; τά βολεύω; ἐγκαθιστω̃μαι; μπαίνω; ὀργανώνομαι (о встрече, празднике); σάζω; σιάζω; σάχνω; σιάχνω; τακτοποιου̃μαι
fig. θρονιάζομαι
устраивать v
gen. βάζω (куда-л.); βάλλω (куда-л.); βάνω (куда-л.); βολεύω; διαρρυθμίζω; διατάζω; διατάσσω; δίδω; διεξάγω; διευθετω̃; δίνω; διοργανώνω; δώνω; ἐγκαθιδρύω; ἐγκαθιστω̃ (кого-л. где-л.); ἐγκλείω (в интернат, в дом престарелых и т.п.); εἰσάγϋω (в школу и т.п.); ἐπιφυλάσσω; ἐπιφυλάττω; οἰκονομάω (кого-л.); οἰκονομω̃ (кого-л.); σάζω; σιάζω; σάχνω; σιάχνω; τακτοποιω̃ (на работу); βολεύω
прочно устраиваться v
gen. ἀποκατασταλάζω
устраивает v
gen. βολει̃
устраиваться
: 82 phrases in 3 subjects
Figurative4
General77
Local name1