DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
noun | noun | to phrases

раздражение

n
stresses
gen. εκνευρισμός m; ο ερεθισμός
раздражение n
gen. α̃γγριση f; ἀγκίδα f; ἀγριεμάρα f; ἀγριεμός m; ἀγρίεμα n; ἀγρίευμα n; ἐκνεύριση f; ἐνόχληση f; ἐξαγρίωση f (кого-л.); ἔξαψη f; ἐξερέθιση f; θύμωμα n; νεύριασμα n; ξάναμμα n; παρόξυνση f; παροξυσμός m; παρόργιση f; παροργισμός m; πικάρισμα n; πλάνταμα f; πλάνταγμα n; σύγχυση f; φούρκα f; φουρκισιά f; φούρκισμα n; χόλιασμα n; χολόσκαση f
fig. α̃ναψη f; τσινιά; τσίνισμα n
med., physiol. ἐρεθισμός m (кожи, слизистой и т.п.)
obs. διερεθισμός m
physiol. ἐρέθισμα n; ἐρεθισμός m
однократное раздражение n
physiol. ἐρέθισμα n
раздражение
: 29 phrases in 5 subjects
Environment1
Figurative1
General22
Medical4
Physiology1