DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
noun | noun | to phrases

опора

n
stresses
gen. στήριγμα n
опора n
gen. ἀκουμπιστήρι n; ἀντέρεισμα n; ἀντιρίμι n; ἀντιρρίμι n; ἀντιστήριγμα n; ἀντιστύλι n; ἀντίστυλο n; ἀντιστύλωμα n; ἀντρόχι n; ἀντρόχτι n; ἀποβοήθιο n; ἀποβοήθειο n; ἀποκούμπα f; βάθρον n (арки, моста); βάση f; βάσις f; βασταγός m; βασταριό n; ἔμβσθρον n; ἐπακουμβητήριον n; ἐπακκουμβητήριον n; ἐπιστήριγμα n; ἔρεισμα n; κρηπίδα f; ὀρθοστάτης m (для поддерживания чего-л. в вертикальном положений); παντοχή f; παραστάτης m; παραστεκάμενος; σταλίδωμα n; στήριγμα n; ὑπέρεισμα n; ὑπόβαθρον n; ὑποβάτης m; ὑποστάτης m; ὑποστήριγμα n
fig. ἀπαντοχή f; βάθρον n; δυνάμωμα n; ἐνδυνάμωμα n; στυλοβάτης m; στυ̃λος m; ὑποστηριχτής m
nautic. στήριγξ n (для поручней)
obs. διέρεισμα n
prop.&figur. ἀκούμπημα n; ἀκούμπισμα n
tech. ἔδρανον n
надёжная опора n
fig. ἀγκωνάρι n
опора
: 34 phrases in 4 subjects
Figurative5
Forestry2
General26
Technology1