DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
to phrases

воровство

n
stresses
gen. βούτημα n; βούτηγμα n; βουτηξιά f; βουτιά f; κλεψιά f; κλέψιμο n; κλοπή f; λοβιτούρα f; μουρντάρεμα n; ξάφρισμα n
fig. ξάφριση f; ἐξάφριση f
мелкое воровство n
gen. λωποδυσία f
воровство
: 5 phrases in 1 subject
General5