DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
verb | verb | to phrases

увеличивать

v
stresses
gen. ἀβγαταίνω; ἀβγατίζω; αύγαταίνω; αὐξαίνω; αὐξάνω; ἐκτείνω; ἐπιτείνω; μεγαλώνω; μεγεθύνω (площадь, участок и т.п.); πληθαίνω; πληθύνω; πολλαπλασιάζω (богатство и т.п.); προεκτείνω (дорогу и т.п.); προσαυξάνω; αυξάνω; μεγαλώνω
fig., prop.&figur. ὑψώνω
obs. παρεκτείνω
увеличиваться v
gen. αυξάνομαι; περισσεύω (dbashin); ἀβγαταίνω; ἀβγατίζω; αύγαταίνω; αὐξαίνω; αὐξάνω; ἐξογκώνομαι; μεγαλώνω; ὀγκώνω; περισσεύω; πληθαίνω; πληθύνω; προσαυξάνω; ὑψώνω τά χέρια
ещё увеличиваться v
gen. ἐπαυξάνω
ещё увеличивать v
gen. ἐπαυξάνω
увеличивать
: 26 phrases in 2 subjects
Figurative2
General24