DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
adjective | adverb | to phrases

прямой

adj.
stresses
gen. ευθεία; ευθύ; ευθύς; ἀβέρτος (о человеке); α̃γερτος; ἀδολίευτος; α̃δολος; ἀκαμπούριαστος; α̃καμπτος; ἀκύρτωτος; ἀλόξευτος; ἅμεσος; ἀνυπόκριτος; ἀπερίστροφος; απερίφραστος; ἀπροσχημάτιστος; ἀπροφάσιστος; α̃σκυφτος; ἀστράβωτος; ἅστροφος (о дороге); ἀτόφιος (о человеке); ειλικρινής; ἐλευθερόστομος; εὐθύς; εὐθυτενής; ϊσιος; κυπαρίσσι; κυπάρισσος; ντόμπρος; ντούζικος (о характере); ντου̃ρος; ὀλόϊσος; ὀλόϊσιος; ὀμαλός; δρθιος; ὀρθός; σκέτος
fig. ϊσιος (о человеке); μονοπρόσωπος
obs. μονοκόμματος
prop.&figur. ἀνοιχτός; ντρέτος; ντρέττος; ντρίτος
прямо adv.
gen. ίσ́ια; κατ' ευθείαν; ἀνοιχτά; γραμμή; κατ' εὐθει̃αν; ἀπ' εὐθείας; εὐθέως; ϊσια; κατάφωρα; κατευθει̃αν; ντογρού; ντουγρού; ξεκομμένα; ὀλόϊσα; ὀλόϊσια; ὀρθά; ὄρθια; νέτα-σκέτα; ἠμά
прямо! adv.
gen. ἴσα (команда)
говори прямо adv.
gen. α̃νευ προοίμίων
 Russian thesaurus
прям. abbr.
abbr. в прямом значении
abbr., survey. прямой
прямая adj.
gen. честная (Баян)
прямо
: 106 phrases in 8 subjects
Environment1
Forestry1
General83
Mathematics1
Microsoft12
Military1
Obsolete / dated2
Statistics5