![]() |
| |||
| α̃θλιος m; α̃μοιρος m; ἀπευκται̃ος (о событии); ἀράχαλος; α̃ραχλος; α̃ραχνος; α̃χαρος; βαριόμοιρος m; γουρσούζης m (о человеке); γρουσουζάνθρωπος m (о человеке); δεινοπαθής m; δόλιος; δυστυχής; δυστυχισμένος; δύστυχος m; ἐλεεινός; θλιβερός; καημένος m; καημενούλης; κακομοίρης m; κακόμοιρος m; κακοπαθής; κακόπαθος; κακορίζικος m; κακορρίζικος m; κακότυχος n; κατακαημένος; καϋμένος; καψερός; μαμουριασμένος; πανάθλιος m; πτωχός; συφοριασμένος n; ταλαίπωρος; τάλας; τλήμων; τρισάθλιος; τυραννισμένος; φουκαριάρης; φουρτουνιασμένς; φτωχός; ψωριασμένος; ψωροκακόμοιρος m | |||
| ἀδρόσιστος; ἔρημος f; μαγκούφης m; μαυ̃ρος m | |||
| |||
| αχ! συφορά σου!; αχ! συμφορά σου! | |||
| |||
| δυστυχισμένη; δυστυχισμένο; δυστυχισμένος | |||
|
несчастный : 35 phrases in 3 subjects |
| Contemptuous | 1 |
| Forestry | 2 |
| General | 32 |