DictionaryForumContacts

   Russian +
Google | Forvo | +
noun | adjective | to phrases

несчастный

n
stresses
gen. α̃θλιος m; α̃μοιρος m; ἀπευκται̃ος (о событии); ἀράχαλος; α̃ραχλος; α̃ραχνος; α̃χαρος; βαριόμοιρος m; γουρσούζης m (о человеке); γρουσουζάνθρωπος m (о человеке); δεινοπαθής m; δόλιος; δυστυχής; δυστυχισμένος; δύστυχος m; ἐλεεινός; θλιβερός; καημένος m; καημενούλης; κακομοίρης m; κακόμοιρος m; κακοπαθής; κακόπαθος; κακορίζικος m; κακορρίζικος m; κακότυχος n; κατακαημένος; καϋμένος; καψερός; μαμουριασμένος; πανάθλιος m; πτωχός; συφοριασμένος n; ταλαίπωρος; τάλας; τλήμων; τρισάθλιος; τυραννισμένος; φουκαριάρης; φουρτουνιασμένς; φτωχός; ψωριασμένος; ψωροκακόμοιρος m
fig. ἀδρόσιστος; ἔρημος f; μαγκούφης m; μαυ̃ρος m
ах, несчастный! n
gen. αχ! συφορά σου!; αχ! συμφορά σου!
несчастный adj.
gen. δυστυχισμένη; δυστυχισμένο; δυστυχισμένος
несчастный
: 35 phrases in 3 subjects
Contemptuous1
Forestry2
General32