DictionaryForumContacts

   Polish +
Google | Forvo | +
to phrases

agio

n
fin., account. διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο; διαφορά από έκδοση υπέρ το άρτιο; πριμ έκδοσης; συμμετοχική αμοιβή
agio
: 4 phrases in 1 subject
Finances4