Multitran dictionary
DictionaryForumContacts

   German
phrases | Google | Forvo | +
 gleiten rücken adj.
forestr. υπόβαθρο; πλαίσιο
 gleiten v
mech.eng. ολίσθηση; ενδολίσθηση; επολίσθηση
transp. ολίσθηση τροχών
 Gleiten v n -s
agric. έλξη; μεταφορά με έλκυθρο
earth.sc., transp. ολισθαίνω
med. ευκινησία της κεφαλής του μηριαίου οστού
transp. ολίσθηση
transp., avia., mech.eng. ανατροχασμός έλικας; υστέρηση προχώρησης σε δεδομένο βήμα έλικας
gleiten: 13 phrases in 1 subject
European Union13