DictionaryForumContacts

   German +
Google | Forvo | +
noun

2%-Dehngrenze

f
met. συμβατικό όριο; συμβατικό όριο ελαστικότητας; τεχνικό όριο διαρροής
2 Dehngrenze
met. συμβατικό όριο διαρροής