DictionaryForumContacts

   German
Google | Forvo | +
to phrases
Festigkeit f =
earth.sc. ολικό φορτίο θραύσης; αντίσταση υλικού
el. ευστάθεια; σταθερότητα
industr., construct. τάση θραύσης
industr., construct., chem. ανθεκτικότητα; συνεκτικότητα
tech., industr., construct. ειδική αντοχή
Werkstoff-Festigkeit f
gen. αντοχήυλικού
Festigkeit: 28 phrases in 11 subjects
Coal1
Communications1
Earth sciences4
Fish farming pisciculture2
Industry6
Information technology2
Labor law1
Materials science1
Medical1
Metallurgy5
Transport4