DictionaryForumContacts

   German
Google | Forvo | +
to phrases
Benzol n -s, -e
chem. βενζόλη
environ. βενζένιο; βενζόλιο/βενζένιο
med. βενζόλιο
Epoxyethylbenzol n
chem. εποξυαιθυλοβενζόλιο; οξείδιο του στυρολίου; φαινυλοξιράνιο
benzol: 9 phrases in 5 subjects
Chemistry4
Earth sciences2
Energy industry1
General1
Health care1