DictionaryForumContacts

   German
Google | Forvo | +
noun | verb | to phrases
Klappe f =, -n
agric. διάφραγμα γρίλιας κοσκίνου
forestr. πώμα
med. βαλβίδα (valvula)
transp. κιγκλίδωμα ρυμούλκας
Klappe v
agric. ρυθμιζόμενο διάφραγμα γρίλιας κοσκίνου
mater.sc. περσίδα; χώρισμα
mech.eng. κλαπέτο; πλάκα στήριξης εργαλείου; κάλυμμα με μεντεσέδες; ανακλινώμενο πτερύγιο; κλαπέ
nat.sc. βαλβίδα (valvis dehiscens)
transp. πτερύγιο υπεραντωτικής διάταξης; καταπακτή σκοπευτικού; τοίχωμα ρυμούλκας
transp., avia. διορθωτικό πτερύγιο
Bremsklappe v
transp., avia. Πτερύγιο καμπυλότητας
Klappen v
industr., construct., met. πόρτα μηχανής φουρκώ
klappe: 57 phrases in 8 subjects
Agriculture1
Communications1
Construction1
Earth sciences2
Information technology1
Mechanic engineering6
Medical36
Transport9