DictionaryForumContacts

   German Greek +
Google | Forvo | +

to phrases

Fortbildung

f =
econ. διαρκής εκπαίδευση
ed. συνεχής κατάρτιση
ed., empl. επαγγελματική επιμόρφωση
law, lab.law. μετεκπαίδευση f; συμπληρωματική εκπαίδευση
social.sc., ed., lab.law. συνεχής επαγγελματική κατάρτιση; συνεχής επιμόρφωση; συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση
Fortbildung fur Erwachsene im tertiaren Bereich
: 1 phrase in 1 subject
Education1