Multitran dictionary
DictionaryForumContacts

   French
phrases | Google | Forvo | +
 \FIL m
nat.sc., agric. βαλιστής (Stephanolepis cirrhifer (Temminck and Schlegel,1850) ^3)
 fil m
agric., industr., construct. ίνα ξύλου; ίνα του ξύλου; ίς ξύλου; ξυλώδης ίνα
chem. αγκύλη; συρμάτινη διχάλα
commun. κορδόνι
econ. σύρμα
el. αγωγός; ακροδέκτης
fish.farm. νήμα
forestr. σπείρωμα βίδας; καλώδιο
industr., construct. κλωστή,νήμα
industr., construct., met. συνεχές υαλόνημα; λεπτή κλωστή; λεπτό νήμα
IT, el. σύρματα αγωγών
nat.sc., agric. δομή ξυλωδών ινών
transp. χορδή
 fils m
gen. γιος
industr., construct., met. σχοινία
IT επόμενος κόμβος
obs. υιός
 Fil m
el. σύρμα
 French thesaurus
 FIL abbr.
abbr., food.ind. Fédération internationale de laiterie
abbr., org.name. Fédération internationale du lait
 fil. m
radio filament
FIL: 1296 phrases in 6 subjects
Economy1
European Union1269
Forestry9
Industry1
Mathematics1
Microsoft15