DictionaryForumContacts

   Finnish
Google | Forvo | +
to phrases
  liite n
gen. παράρτημα
commun. ένθετο; προσθήκη; παρεμβαλλόμενο έντυπο
comp., MS συνημμένo
  -liite n
commun. παρεμβαλλόμενο
  liite- n
commun. παρεμβαλλόμενο
  Liite n
comp., MS Συνημμένο
liite: 12 phrases in 2 subjects
European Union11
Microsoft1