![]() |
| |||
| συμπυκνώνω | |||
| ολοκληρώνω μια συναλλαγή | |||
| |||
| τακτοποιώ | |||
| |||
| αποχωρισμός; διαύγαση; καθαρισμός; φιλτράρισμα; διύλιση του μούστου από τα αιωρούμενα στερεά συστατικά; απολάσπωση; αποχωρισμός | |||
| κατακάθισμα | |||
| καθίζησις | |||
| πύκνωση | |||
| καθίζηση | |||
| |||
| καθίζηση εδάφους | |||
| English thesaurus | |||
| |||
| Spindle Epithelial Tumor With Thymus-like Differentiation | |||
|
settle : 67 phrases in 17 subjects |