![]() |
| conditional | |
| comp., MS | υπό όρους |
| fin. IT dat.proc. | υπό συνθήκες; υπό συνθήκη |
| stimulus | |
| chem. | ερεθισμός |
| fin. | πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα |
| med. | κινητικό ερέθισμα; διεγερτικό; ερέθισμα; μυϊκό κινητικό ερέθισμα |
| |||
| υπό όρους (Of, pertaining to, or characteristic of an action or operation that takes place based on whether or not a certain condition is true) | |||
| υπό συνθήκες; υπό συνθήκη | |||
| δεσμευμένος | |||
| English thesaurus | |||
| |||
| cond | |||
| cond. | |||
|
conditional : 126 phrases in 18 subjects |