![]() |
| |||
| μπρακέτοκν. n; μπρατσόλικν. n | |||
| βραχίονας m | |||
| αγκύλη f (A chained set of Request/Response units (RUs) and their responses, which together make up a transaction between two Logical units (LUs). One bracket must be finished before another can be started) | |||
| πρόβολος m; φουρούσι n; πλάκα εδράσεως | |||
| κλίμακα εισοδήματος | |||
| μπράτσο n; ορθοστάτης m | |||
| υποστήριγμα n | |||
| κονσόλα f | |||
| οδηγός m; πέλμα οδήγησης; βραχίων m; βραχίων διάμεσου οδοντοτροχού; οδηγός βραχίων; στήριγμα της τράπεζας; αντιρίδα f; πλάκα υποστήριξης; συγκρατητής | |||
| προσάρτημα στήριξης | |||
| μικρό υποστήριγμα | |||
| English thesaurus | |||
| |||
| bkt | |||
| |||
| bkts | |||
| |||
| B | |||
|
bracket : 143 phrases in 25 subjects |