statistical | |
gen. | στατιστική; στατιστικό |
med. | στατιστικός |
software | |
gen. | λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών |
econ. | λογισμικό |
| |||
στατιστική; στατιστικό | |||
στατιστικός | |||
στατιστικός τρόπος μεταφοράς | |||
English thesaurus | |||
| |||
stat | |||
st |
Statistical Software : 1 phrase in 1 subject |
Statistics | 1 |