DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
noun | noun | to phrases
lag n
agric., industr., construct. στρώσις εστοιβαγμένης ξυλείας
chem., met. επίχρισμα
comp., MS επίπεδο
construct. φυλλαράκι; επικάλυψη; στρώμα,στρώσις
earth.sc. θήκη; περίβλημα; περικάλυμμα; στρώση; κοίτασμα
el. βήμα ανύψωσης; πλάκα
industr., construct. ζώνες εργασίας
met. προστατευτική επίστρωση με χρώμα
stat., scient. υστέρηση
tech., industr., construct. στρώση χαρτοπολτού
transp. στρώμα
transp., industr. ενισχυτικό πλέγμα
wood. φύλλο επικάλυψης; επιμέρους φύλλο; καπλαμάς
N-lag n
IT στρώμα Ν
låg n
agric. καπάκι; σκέπασμα; παράθυρο ελέγχου; ρυθμιζόμενο διάφραγμα γρίλιας κοσκίνου; διάφραγμα γρίλιας κοσκίνου
commer., transp. Πώμα
IT, el. κάλυμμα
life.sc., environ. θερμικό κάλυμμα
lag: 310 phrases in 29 subjects
Agriculture13
Chemistry13
Coal4
Communications41
Construction3
Earth sciences16
Economy1
Electronics45
Environment10
Finances2
General6
Health care2
Industry25
Information technology10
Insurance1
Life sciences39
Marketing1
Materials science6
Mechanic engineering2
Medical11
Metallurgy18
Microsoft1
Municipal planning2
Natural sciences1
Nuclear and fusion power2
Social science3
Statistics10
Technology5
Transport17