DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
noun | noun | to phrases
apotek n
econ. φαρμακείο
pharma. φαρμακείο ανοικτό στο κοινό
-apoteker n
med. γιατρός-ταγματάρχης; πρώτου βαθμού
apoteker n
pharma. φαρμακοποιός; αδειούχος ιδιοκτήτης φαρμακοποιός
apoteker: 10 phrases in 4 subjects
Health care3
Law2
Medical1
Pharmacy and pharmacology4