DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
to phrases
dispensation n
environ. ειδική άδεια
environ., tech., mater.sc. παραίτηση από δικαιωματική απαίτηση; παραχώρηση
fin. απαλλαγή
law παρέκκλιση; παρέκκλιση από την αναστολή; προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση; εξαίρεση
,dispensation n
fin. απαλλαγή; εξαίρεση
dispensation: 19 phrases in 5 subjects
Finances6
Health care1
Insurance1
Law9
Procedural law2