DictionaryForumContacts

   Danish +
Google | Forvo | +
to phrases

udligger

n
gen. πρόβολος δοκός
chem., el. βραχίονας m; υπερκρεμάμενο άκρο γερανογέφυρας
transp. βραχίονας γερανού; μπίγα βιντσιού
transp., construct. βραχίονας περιστροφικού γερανού; μονόπακτη δοκός; πακτωμένη δοκός στο ένα άκρο; πρόβολος m
kranudligger n
mech.eng., construct. βραχίων m; κεραία f; μπούμα f
udligger
: 16 phrases in 4 subjects
Agriculture1
Communications2
Metallurgy10
Transport3