DictionaryForumContacts

   Danish +
Google | Forvo | +

jordledning

n
earth.sc., el. πλεξούδα γείωσης
el. αγωγός γείωσης; ταινία γείωσης; αγωγός γειώσεως; καλώδιο γειώσεως; καλώδιο γείωσης
IT, el. σύρμα γείωσης
transp. γείωση f
beskyttendejordledning n
gen. προστατευτική γείωση