DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
to phrases
"pin-holes"
met. φουσκάλα σε μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας
pin-hole
el. οπή άμορφη κυκλική; οπή από λανθασμένη επεξεργασία
pin-holes: 3 phrases in 1 subject
Electronics3