DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
to phrases
margen n
commun. ανοχή λειτουργίας; περιθώριο λειτουργίας
comp., MS περιθώριο βιβλιοδεσίας; περιθώριο
el. περιθώριο ισχύος
fin. εγγυοδοσία περιθωρίου; περιθώριο ασφαλείας
"margen" n
el. συμπι-αποσυμπιεστές
margin n
commun. περιθώριο
el. περιθώριο ισχύος
fin. περιθώριο ασφαλείας
margen: 55 phrases in 10 subjects
Communications14
Electronics7
Finances17
Health care1
Industry2
Information technology6
Insurance2
Law2
Marketing2
Microsoft2