DictionaryForumContacts

   Danish
Google | Forvo | +
noun | verb | to phrases
mønt n
econ., fin. κέρματα
fin. κέρμα; μεταλλικό νόμισμα; Εθνικό Νομισματοκοπείο
fin., econ. μεταλλικό νόμισμα; κερματικό νόμισμα; κέρμα
mønter n
account. κέρματα
fin. σκληρό νόμισμα; ισχυρό νόμισμα
"mønt" n
IT, transp. κέρμα
mønte v
fin. νομισματοκοπείο
mont: 70 phrases in 10 subjects
Accounting3
Communications1
Economy11
Finances28
General16
Information technology1
Law1
Mathematics3
Microsoft1
Statistics5