Wörterbücher
Forum
Kontakte

   Finnisch +
Google | Forvo | +
zu Phrasen

aihio

Form.
Chem. ακατέργαστο κομμάτι
el. πρεφόρμ; προδιαμόρφωμα; πρόπλασμα; προσχηματισμός; υλικό προσχηματισμένο; προμορφή
Industr., Bauw., Chem. Γυαλί μή διακοσμημένο
Industr., Bauw., Metall. μασούρι προφόρμας
landwirt., Industr., Bauw. πρόπλασμακοιν:χόντριτο
Metall. ημικατεργασμένα προϊόντα; ακατέργαστο τεμάχιο
Tech. τύπωμα οπτικών
aihio
: 9 Phrasen in 5 Thematiken
Chemie4
Elektronik1
Industrie2
Maschinenbau1
Materialwissenschaften1