Wörterbücher
Forum
Kontakte

   Englisch +
Google | Forvo | +
zu Phrasen

stalling

['stɔ:lɪŋ] Adj.
geow., Maschinenb. λύση συνάφειας
Verk., Luftf. απώλεια στήριξης
Verk., Maschinenb. σβήσιμο κινητήρα οχήματος εν κινήσει; διακοπή λειτουργίας; παύση λειτουργίας κινητήρα οχήματος εν κινήσει
stalling
: 18 Phrasen in 4 Thematiken
Astronautik3
Landwirtschaft5
Medizin1
Verkehr9