Wörterbücher
Forum
Kontakte

   Deutsch +
Google | Forvo | +
Substantiv | Verb | zu Phrasen

Abschreibung

f =, -en
Buchhalt. απόσβεση/απαξίωση f
Fin., Buchhalt. υποτίμηση στοιχείου; υποτίμηση f
Umwelt παραγραφή f (χρέους)
Wirtsch. απόσβεση f
Wirtsch., Bauw. μείωσις αξίας
Wirtsch., Fin., Umwelt παραγραφή χρέους
Abschreibungen f
Buchhalt. αποσβέσεις πάγιων στοιχείων; αποσβέσεις πάγιων στοιχείων ενσωματωμένες στο λειτουργικό κόστος; ανάλωση κεφαλαίου; ανάλωση παγίου κεφαλαίου
Wirtsch., mark. αποσβέσεις πάγιου κεφαλαίου
Abschreibung V.
Forst διαγραφή
Abschreibung
: 60 Phrasen in 8 Thematiken
Allgemeine Lexik2
Buchhaltung5
Finanzen11
Marketing24
Steuern2
Unternehmensführung1
Verkehr3
Wirtschaft12